Κυριακή, 3 Σεπτεμβρίου 2017

Χανιά: Ανάμεσα στο χθες και στο σήμερα

ΠΡΙΝ ο ήλιος αρχίσει να ανηφορίζει στη μετέωρη χώρα του ουρανού, το καράβι αράζει στη Σούδα.




Η Σούδα, όπως κάθε λιμάνι, περικλείει μέσα της τη βιαστική στάση, το εφήμερο πέρασμα. Η μόνιμη εγκατάσταση, η μακραίωνη πορεία, βρίσκονται σε απόσταση λίγων μόλις χιλιομέτρων στην πόλη των Χανίων. Ο επισκέπτης δεν έχει παρά να διατρέξει την κεντρική λεωφόρο για να την αντικρίσει. 

Μόνο που από ’δω και πέρα πρέπει να είναι έτοιμος να ακούσει το μονόλογο της ιστορίας. Της ιστορίας που πλανάται στις προσόψεις των κτιρίων, κρύβεται στις σκοτεινές γωνιές των δρόμων, φωλιάζει ακόμη και στις φυλλωσιές των δένδρων. Στα βαθύσκιωτα πλατάνια της κεντρικής λεωφόρου οι Βενετοί αλλά και οι Τούρκοι ανασκολόπιζαν τους Χανιώτες που αντιστέκονταν. Πάντα, οι λαοί, Μινωίτες και Μυκηναίοι, Ρωμαίοι και Έλληνες, Σαρακηνοί και Βενετσιάνοι, Οθωμανοί και Ευρωπαίοι έσμιξαν μέσα στο αίμα.
Χορός σε κρητικό υφαντό, χράμι. Μουσείο Ελληνικής Λαϊκής Τέχνης, Αθήνα.
Η ροή των αιώνων καταγράφεται στον αρχιτεκτονικό ιστό αβίαστα. Στην είσοδο της πόλης οι Κουμπέδες, θολωτά κτίσματα, για την ταφή των επιφανών μουσουλμάνων. Παρά την κατά καιρούς θρησκευτική μισαλλοδοξία επέζησαν διάσπαρτα σ’ όλη την πόλη τζαμιά, καθολικοί ναοί, βυζαντινές εκκλησίες. Ακόμα και εβραϊκές συναγωγές, δείγμα του ανθούντος κάποτε εβραϊκού στοιχείου εξ ου και η συνοικία Οβριακή. Η ψυχή επιστρέφει και το σώμα περιφέρεται στους φαρδείς και καλοχαραγμένους δρόμους, στις ανθισμένες αυλές, στις πράσινες πλατείες και τα πάρκα. Πρώτη στάση στον Κήπο, χώρο αναψυχής για τους Χανιώτες με το ψηλό πέτρινο ρολόι να σημαδεύει το χρόνο. Στην ίδια ευθεία διακρίνεται η θολωτή στέγη του «Δεσποτικού», κατοικία του εκάστοτε μητροπολίτη Κυδωνιάς και Αποκορώνου. Ο κλήρος στην Κρήτη δεν απουσίασε ποτέ από τους λαϊκούς αγώνες και την κοινωνική ζωή. Ο νυν επίσκοπος Ειρηναίος το επιβεβαιώνει με τη διεθνιστική κοινωνική και πολιτιστική δράση του.
Κατηφορίζοντας υψώνεται μπροστά μας επιβλητική και μεγαλόπρεπη η Δημοτική Αγορά. Σ’ αυτό το σημείο χτυπά η καρδιά της πόλης. Εδώ γίνονται οι προεκλογικές συγκεντρώσεις, δίνουν τα ραντεβού τους οι κάτοικοι, εδώ πληροφορούνται οι κινηματογραφόφιλοι τις ταινίες που παίζονται, ακόμη και οι μηχανόβιοι την έχουν τη νύχτα σημείο εκκίνησης για τις σούζες. Από τα τοιχοκολλημένα νεκρώσιμα μαθαίνουν την απώλεια κάποιου συμπολίτη τους για να συμμετάσχουν στο πάνδημο πένθος. Η μνήμη των νεκρών ζωντανή και ακόμη περισσότερο των θρύλων. Όπως της Μαντάμ Ορτάνς που έζησε και γνώρισε τις μεγάλες της δόξες στο London Bar, στη θέση του σημερινού ξενοδοχείου «Κύδων». Στο φημισμένο αυτό καφέ σαντάν των αρχών του αιώνα αρτίστες φερμένες από την Ευρώπη ψυχαγωγούσαν τους αξιωματικούς των στόλων. Η Μαντάμ Ορτάνς ήταν η πρώτη που διάλεξε να κάνει στριπτίζ για την ψυχαγωγία τους.
Στα Χανιά, σχεδόν ασυναίσθητα, το βήμα του επισκέπτη επιβραδύνεται. Η πόλη σου επιβάλλεται να την προσέξεις. Στα σιβανάδικα η μυρωδιά του δέρματος και παρακάτω το λιβάνι της Τριμάρτυρης. Εκεί κοντά το λαογραφικό Μουσείο της Α. Μπικάκη, φτιαγμένο όλο με τα χέρια της, αναπαριστά με τα κεντήματα και τις κούκλες αγροτικές ασχολίες και λαϊκά έθιμα. Εξάλλου πολλά στοιχεία του αγροτικού πολιτισμού, όπως κάψιμο του Ιούδα, θρησκευτικά πανηγύρια, έχουν ενσωματωθεί στον αστικό τρόπο ζωής. Ανατολικά η Σπλάντζια.
Το γραφικό λιμάνι της πόλης, στο βάθος ο περίφημος φάρος και το Φρούριο του Φιρκά.

Ο μιναρές σήμα κατατεθέν του παλιού τουρκομαχαλά. Κάπου εκεί, σ’ ένα κομμάτι του καθολικού μοναστηριού Madonna della Misericordia, που οι Τούρκοι είχαν μετατρέψει σε κατοικίες, στεγαζόταν η Μάλμειος Βιβλιοθήκη. 0 ιδρυτής της Αντώνης Μάλμος, με τη μυθιστορηματική βιογραφία, διέθετε το αλάθητο συλλεκτικό ένστικτο που του είχε χαρίσει το παρατσούκλι «χαρτοποντικός». Είναι χαρακτηριστικό ότι παραφύλαγε την υπηρέτρια του Βενιζέλου πότε θα βγάλει τα σκουπίδια για να πάρει σημειώματα, επιστολές, αντίγραφα διπλωματικών εγγράφων.
Πάνω από 6.000 τόμοι σπάνιων βιβλίων που αφορούσαν την Κρήτη και άλλα τόσα εβραϊκά, περιζήτητα σήμερα στη διεθνή βιβλιογραφία, χωρίς να υπολογίζονται τα βιβλία με άλλα θέματα, οι γκραβούρες και οι χάρτες ήταν το αποτέλεσμα του συλλεκτικού του πάθους. Το 1972 παραχωρήθηκε στη Δημοτική Βιβλιοθήκη αλλά δυστυχώς ο Δήμος την κακομεταχειρίστηκε. Δεν υπογράφηκε καν πρωτόκολλο παραλαβής και πολλά βιβλία χάθηκαν στη μεταφορά. Σήμερα, στο εναπομείναν τμήμα του παλιού μοναστηριού, ο γνωστός κομμωτής και γλύπτης Κάρολος Καμπελόπουλος ετοιμάζει ένα πολύκεντρο πολιτιστικό που ίσως ξαναζωντανέψει την παλιά πνευματική ικμάδα του κτιρίου. 
Εξάλλου αυτή η ικμάδα δεν έλειψε ποτέ από τα Χανιά. Στο Σιντριβάνι η «Λέσχη Κονδυλάκη» είχε θαμώνες τον κ. Μάνο, τον Α. Μινωτή, τον Ν. Καζαντζάκη. Εκεί όπου ακούγονταν οι κουβέντες των πρωτοπόρων της καλλιτεχνικής κίνησης και οι πολιτικοί λόγοι του Βενιζέλου, μερικά χρόνια αργότερα αντηχούσαν οι φωνές του Σαλίμ του πελώριου μαύρου με το αγαθό πρόσωπο. Τύπος γραφικός και περιθωριακός σαν τον Αλί Κόγκο το φοβερό βαρκάρη του λιμανιού με όψη ψυχοπομπού. Σαν τον Μάραθα που μοίραζε αχινούς στους περαστικούς. Σαν την Αμπλάς, την Τουρκάλα, που ψιθύριζε ξόρκια και δεν θέλησε να γυρίσει στην πατρίδα της γιατί είχε αποκτήσει μια καινούργια.
Και δεν είχε άδικο. Γιατί τον τόπο τους οι Χανιώτες τον διαφέντεψαν και τον διαφεντεύουν με τον καλύτερο τρόπο. Το κίνημα εναντίον των βάσεων, ειδικά μετά τη μεταπολίτευση, υπήρξε έντονο. Η ομορφιά της πόλης δεν οδηγεί υποχρεωτικά στην εξιδανίκευσή της. Αντίθετα, βοηθά στην επισήμανση της ωραιοποιημένης αυθαιρεσίας που γίνεται κάτω από του «τουρισμού την ανοχή» και τις παράνομες μεθοδεύσεις προς ίδιον όφελος. Το «Ξενία» χτισμένο πάνω στο Βενετσιάνικο τείχος, το «Πόρτο Βενετσιάνο», μετά τα Νεώρια, τρανό παράδειγμα καταπάτησης των όρων και των συνθηκών δόμησης. Επίσης τα γραφικά χωριά, Γαλατάς, Πλατανιάς λίγο έξω από την πόλη μετέτρεψαν τους πορτοκαλεώνες και τους κήπους τους σε καλόγουστα πολλές φορές ξενοδοχεία και ενοικιαζόμενα δωμάτια. Όμως απέναντι σ’ όλα αυτά οι Χανιώτες αναπτύσσουν αντισώματα. Γερά και στέρεα γιατί βασίζονται σε μια κουλτούρα αυτόνομη. Η πατροπαράδοτη φιλοξενία αντιστέκεται στην τουριστική αλλοτρίωση. 

Η περιφερειακή ανάπτυξη, έννοια αλλού φθαρμένη και αναξιόπιστη, εδώ γίνεται εφικτή και ορατή. Το αποδεικνύουν τα έργα του Δήμου, οι εταιρίες λαϊκής βάσης, οι γεωργικοί συνεταιρισμοί και οι πολιτιστικές επιχειρήσεις. Η παράδοση, λαϊκή και έντεχνη, προφορική και γραπτή, δεν είναι δάνειο του παρελθόντος που χρησιμεύει ως επετειακό περίβλημα ή ως εξαγώγιμο φολκλόρ. Εντάσσεται στην καθημερινότητά τους και γίνεται τελικά λόγος ύπαρξης και κατάφαση ζωής. Η μύηση αρχίζει από πολύ νωρίς. Το μοναδικό σ’ όλη την Ελλάδα περιοδικό νηπιαγωγείου «Το Χανιωτάκι» εξοικειώνει τα μικρά παιδιά με το περιβάλλον τους.
δελίνα Γκιτάρ, η επονομαζόμενη Μαντάμ Ορτάνς, που με το στριπτίζ και τη γοητεία της είχε κατακτήσει τους ναυάρχους των Μεγάλων Δυνάμεων. Έγινε παγκοσμίως γνωστή από τον Νίκο Καζαντζάκη.


Οι μαθητές των Λυκείων έχουν βγάλει περιοδικό «Ματιές στην πόλη» και αναλαμβάνουν πρωτοβουλίες για τη διάσωσή της. Στο πρόγραμμα του Πολυκλαδικού εντάχθηκε η παραδοσιακή μέθοδος παραγωγής τσικουδιάς. Αυτής που πολλοί την κουβαλούν στα αυτοκίνητα δια παν ενδεχόμενο κοινωνικής συναναστροφής.
Τα Χανιά είναι η πόλη των οσμών και των ήχων. Όποιος έχει τα μάτια της ψυχής του ανοιχτά, μπορεί να ακούσει γέρους και γερόντισσες να λένε απέξω τους 10.000 στίχους του Ερωτόκριτου. Στις παρέες αρκεί λίγη τσικουδιά και γραβιέρα για να αρχίσουν τα ριζίτικα. Εξάλλου η ελληνική μυθολογία τοποθετεί την γέννηση της μουσικής και του χορού στην Κρήτη. Είναι γνωστός ο μύθος για τους χορούς και τα όργανα που κτυπούσαν οι Κουρήτες για να καλύψουν τα κλάματα του νεογέννητου Δία. Τελικά ίσως επικρατεί η μνήμη των γονιδίων, η ευαισθησία των κυττάρων. Σε καμιά άλλη πόλη, δεν λειτουργούν τόσες πολλές ιδιωτικές σχολές παραδοσιακών χορών και οργάνων. Οι νέοι δεν ντρέπονται να χορεύουν και να τραγουδάνε τους σκοπούς του τόπου τους. Στις αίθουσες του Ωδείου, πλάι στους ήχους του πιάνου και της κλασικής κιθάρας, ο Κώστας Μουντάκης δίδαξε πολλές γενιές τις «δοξαριές» της λύρας. Ανάμεσα στα εκατοντάδες μαγαζιά της προκυμαίας για όλα τα γούστα και το καφενείο που στεγάζει το επαγγελματικό σωματείο των μουσικών. Εδώ έμαθε ο Ρος Ντέιλι να συνταιριάζει τις μελωδίες της λύρας με τους υπόλοιπους καημούς της Ανατολής.
Περπατώντας στα στενά βενετσιάνικα σοκάκια πίσω από το λιμάνι, τα βυθισμένα στη μεσαιωνική σιωπή και το μισόφως, η διάθεση αλλάζει. Η ηρεμία της γειτονιάς, οι μυρωδιές των φαγητών, τα υφαντά που λιάζονται στα μπαλκόνια δεν έχουν καμιά σχέση με το πολύβουο πλήθος που συγχρωτίζεται μερικά μέτρα παρακάτω. Στο Φιρκά κυματίζει σταθερά από το 1913 η γαλανόλευκη. Τα σημάδια της μνήμης παντού. Για το καλό και το κακό. Όπως το «Γερμανικό πουλί», λίγο έξω από την πόλη σύμβολο της γερμανικής παρουσίας στο νησί.
Εκεί κοντά το μάτι πέφτει σε μια πινακίδα διάτρητη από σκάγια. Δίπλα ακριβώς μια άλλη πινακίδα της Τροχαίας, ειδικά κατασκευασμένη για την Κρήτη, γράφει: «Μην πυροβολείτε άσκοπα». Είναι ίσως αναγκαίο να ξεκαθαρίσουμε τα πράγματα γύρω από την οπλοφορία των Κρητικών και επομένως και των Χανιωτών. Έχει δημιουργηθεί μια ολόκληρη μυθολογία στην οποία μπερδεύονται η αλήθεια και τα στερεότυπα, οι φήμες και το βίαιο φολκλόρ, με δυσδιάκριτα πολλές φορές όρια. Ναι, υπάρχουν κάποιοι Χανιώτες που οπλοφορούν και ακόμα περισσότεροι εκείνοι που έχουν όπλα. Δεν πρόκειται για λογοπαίγνιο. Οι πρώτοι (ίδιοι σε ποσοστό με τα άλλα μέρη της Ελλάδας αλλά με έντονη την κατάχρηση) πουλάνε προστασία στα μαγαζιά, σερβίρουν νταηλίκι και γενικά δεν διστάζουν να τα χρησιμοποιήσουν για την επίλυση των προσωπικών τους διαφορών. Οι άλλοι τα έχουν φυλαγμένα στα σπίτια τους και ρίχνουν «μπαλωθιές» σε γάμους, βαφτίσια ή προεκλογικές περιοδείες. Γι' αυτούς τα όπλα έχουν περάσει αρχετυπικά, εκτός από μέσο αγώνων και ως τρόπος συναισθηματικής έκφρασης. Δεν ξεχνούν ότι αυτά, ύστερα από αμέτρητες εξεγέρσεις και κινήματα, τους χάρισαν την τελική νίκη και ένωση με την Ελλάδα. Και ξέρουν ότι το χρωστάνε και στον Ελευθέριο Βενιζέλο, ο οποίος αναπαύεται μαζί με το γιο του Σοφοκλή ψηλά στο Ακρωτήρι. Το πολιτικό του όραμα για ελευθερία και ανεξαρτησία βαραίνουν πολύ στη σκέψη των συμπολιτών του. Ακόμα δεν έχει καταλαγιάσει ο θόρυβος από τη δίκη για τα επεισόδια που έγιναν σε μια αντιαμερικανική διαδήλωση.
Το καφενείο « Η κρητική μουσική», όπου στεγάζεται το «Επαγγελματικό Σωματείο Μουσικών Κρητικής Μουσικής “Ο Χάρχαλης”», στα Χανιά της Κρήτης. (Φωτ.: Roberto Leydi).

Ο επισκέπτης που θα πάει για προσκύνημα στον τάφο του θα περάσει από το σπίτι του στη Χαλέπα. Δίπλα στο ανάκτορο του Γεωργίου, του πρώτου Αρμοστή και απέναντι η εκκλησία της Αγίας Μαγδαληνής, κτισμένη από τη βασίλισσα Όλγα. Αμέσως μετά η σειρά των αρχοντικών και των παλιών προξενείων. Η ιστορία χωράει και σε λίγα τετραγωνικά. Εδώ δίπλα στους τάφους έρχονται οι Χανιώτες με το ανοιχτό πνεύμα και το καθαρό βλέμμα να ατενίσουν τους ορίζοντες και τους δρόμους της θάλασσας. Θετικιστές και ρομαντικοί, τοπικιστές και κοσμοπολίτες, ήρεμοι νοικοκυραίοι και μαχητικοί αγωνιστές όταν η περίσταση το απαιτεί. Αγναντεύοντας την πόλη στο μυαλό μου τριγυρνάει ο στίχος του Σεφέρη: «Τα βράδια ο αγέρας πιάνει ένα περίεργο τραγούδι σαν ψυχές που κατάργησαν το θάνατο».
Πηγη: pancreta.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια: