Τετάρτη, 11 Μαΐου 2016

Βεντέτα: ο νόμος της ανταπόδοσης



Μελανό σημείο των εθίμων της Κρήτης είναι η περίφημη βεντέτα, ο εκδικητικός φόνος που κατευνάζει το αίσθημα δικαίου της ανταπόδοσης.

Ο νόμος της ανταπόδοσης εκδηλώνεται ήδη από την Μινωική εποχή. Μάλιστα, ο Αριστοτέλης στα «Ηθικά Νικομάχεια» αναφέρει ως εισηγητή του «Δικαίου της ανταπόδοσης» τον μυθικό Ροδάμανθο. Στην εισήγηση του παρουσιάζεται να υποστηρίζει ότι «ει και πάθοι τα τ’ ερεξε, δίκη κ’ ιθεία γένοιτ» (μόνο σαν πάθει ό,τι έκανε, δίκη σωστή θα γίνει». Συμπεραίνουμε λοιπόν πως η βεντέτα για την Κρήτη είναι ένας πανάρχαια εθιμικά θεσπισμένος τρόπος δικαιοσύνης.


Η βεντέτα «φύτρωσε» από την αρχαιότητα στην όμορφη Κρήτη και ρίζωσε καλά στα γόνιμα εδάφη της μεγαλονήσου μέχρι τα σύγχρονα χρόνια, γράφοντας πολλές μαύρες σελίδες στην ιστορία του νησιού. Για χάρη αυτού του άγραφου νόμου, που για τους συμμετέχοντες εκτός από την αντεκδίκηση για το κακό που μπορεί κάποιος να τους προκάλεσε, σήμαινε και την διαφύλαξη της τιμής αυτών και της οικογένειας τους, χάθηκαν πολλές ψυχές.

Μία από τις μεγαλύτερες βεντέτες του νησιού ξεκίνησε το 1941, όταν η Κρήτη βρισκόταν ήδη υπό Γερμανική κατοχή, μεταξύ δύο πολυμελών οικογενειών, των Σαρτζετάκηδων και των Πενταράκηδων. Αφορμή υπήρξε μια γυναίκα, όμως με το πέρασμα των χρόνων και το τέλος του Παγκόσμιου πολέμου η αφορμή ξεχάστηκε και έμεινε το μίσος των δύο οικογενειών με αποτέλεσμα μέσα σε 15 χρόνια οι δύο οικογένειες να μετρούν 140 νεκρούς άντρες.
Στις βεντέτες ποτέ δεν αποτελούν στόχοι αντεκδίκησης οι γυναίκες. Ο δικηγόρος- ερευνητής Ιωάννης Βαρδάκης στην μελέτη του για λογαριασμό του Ινστιτούτου Κρητικού Δικαίου με τίτλο «Συμβολή στη μελέτη της Βεντέτας» εξηγεί πως «η γυναίκα βρισκόταν στο απυρόβλητο, καθώς δεν προσλάβανε τον χαρακτήρα της αντεκδίκησης, αφού δεν συνυπολογιζόταν στα ντουφέκια της οικογένειας. Ακόμα και αν η γυναίκα πραγματοποιούσε εγκληματική πράξη, δεν αποτελούσε το έγκλημα αφορμή για οικογενειακές αντεκδικήσεις».
Επίσης, αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι οι αποφάσεις των δικαστηρίων για τους δράστες που προέβησαν σε πράξεις αντεκδίκησης, σε πολλές περιπτώσεις, είναι ιδιαίτερα μειωμένες, καθώς λαμβάνετε υπόψιν το εθιμικό δίκαιο. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί ο Γιάννης Παπαδόσηφος. Η αρχή της ιστορίας ξεκινάει το 1983 όταν ο γιος του Γιάννη Παπαδόσηφου, Μανώλης, πηγαίνει σε μία ταβέρνα του Ρεθύμνου να συναντήσει τον Γιάννη Βενιεράκη για να συζητήσουν για μια διαμάχη που είχαν και αφορούσε μια γυναίκα. Ο Βενιεράκης σκότωσε με τρεις σφαίρες τον Παπαδόσηφο. Πρωτόδικα ο Βενιεράκης καταδικάζεται σε ισόβια. Η έφεση γίνεται στον Πειραιά. Στο δικαστήριο βρίσκεται ο πατέρας του θύματος, ο οποίος έχει κρυμμένο πίσω από την πλούσια γενιάδατα του ένα όπλο, με το οποίο σκοτώνει τον δολοφόνο του παιδιού του. Ο Γιάννης Παπαδόσηφος καταδικάστηκε σε 14 χρόνια φυλάκιση και έμεινε στην φυλακή 5 χρόνια.
Ο φόνος μέσα στο δικαστήριο ίσως έχει και μια ισχυρή συμβολική σημασία, καθώς ο δράστης νιώθει πως η ύψιστη μορφή δικαιοσύνης δεν θα αποδοθεί με την απόφαση του δικαστηρίου ακόμα και αν είναι καταδικαστική, αλλά με το δίκαιο της ανταπόδοσης που είναι ριζωμένο βαθιά μέσα στην συνείδηση του.
Υπάρχουν όμως και αρκετές περιπτώσεις που δεν καταλήγουν στις αίθουσες δικαστηρίων και σε βίαιες πράξεις, καθώς μπαίνουν ανάμεσα στις δύο οικογένειες οι λεγόμενοι «μεσίτες». Μεσίτες είναι εκείνοι που επιδιώκουν τον «σασμό», όπως λέγεται στην κρητική διάλεκτο, δηλαδή αποτελούν τους συμφιλιωτές. Οι μεσίτες ήταν πρόσωπα κύρους στην τοπική τους κοινωνία και λόγω της πείρας τους λειτουργούσαν σαν πυροσβέστες στην εκάστοτε περίπτωση που μπορούσε να εξελιχθεί σε παρανάλωμα του πυρός.

Στα σύγχρονα χρόνια ο «σασμός» επικυρωνόταν με μια βάφτιση, μια «συντεκνιά», όπως λένε οι Κρητικοί, ή με ένα γάμο μεταξύ προσώπων των δύο οικογενειών. Ωστόσο, αναφορές συμβιβασμών μεταξύ εχθρικών μεταξύ τους οικογενειών έχουμε από την εποχή της ενετοκρατίας. Τότε υπέγραφαν συμφωνητικό ενώπιον νοτάριου (συμβολαιογράφου), όπου πιστοποιούσαν την διακοπή των εχθροπραξιών τους. Στα μέσα του 20ου αιώνα βρίσκουμε πρακτικά συμφιλίωσης να δημοσιεύονται σε τοπικές εφημερίδες, ανακοινώνοντας έτσι την λήξη της βεντέτας.
Σήμερα μπορεί το φαινόμενο να μην έχει εξαλειφθεί εντελώς, όμως έχει μειωθεί αρκετά, σε σημείο ευελπιστούμε σύντομα να το ακούμε μόνο σε ιστορίες του παρελθόντος. Ωστόσο, είναι άδικο να χρεώνουμε την βεντέτα μόνο στην Κρήτη ή ακόμα και στην Μάνη. Η βεντέτα είναι ένα φαινόμενο το οποίο αναπτύχθηκε σε αρκετές Μεσογειακές και Αραβικές χώρες.